ἀκρᾱχολος

ἀκρᾱ́χολος
Grammatical information: adj.
Meaning: `raging passionately' (Ar.)
Origin: IE [Indo-European] [582] *ḱerh₂- `mix'
Etymology: Lit. "with unmixed bile", from *ἀκρά̄τ-χολος, with *ἀκρά̄ς = ἄκρᾱτος, cf. ἀκρητό-χολος (Hp.) and εὑκρά̄ς = εὔκρᾱτος `well-mixed'. Later (Arist.) changed in ἀκρόχολος. Brugmann IF 17, 174ff. assumes the same first element in ἀκρήπεδος ἡ ἀγαθή (scil. γῆ) H. S. κεράννυμι.
Page in Frisk: 1,58

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκράχολος — ἀκρά̱χολος , ἀκράχολος quick to anger irascible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακράχολος — ἀκράχολος, ον και ἀκρόχολος (Α) 1. αυτός που οργίζεται εύκολα, οξύθυμος, οργίλος 2. (για ζώα) άγριος 3. πολύ λυπημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η ετυμολόγηση τής λ. από τον τ. *ἀκρᾱτ χολος < *ἄκρᾱς (=άκρατος) + χολή, όπου το α΄ συνθ. θα μπορούσε να θεωρηθεί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.